iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer

Discography

Blah Blasphemy 2

One of the three albums of Active Member that had been released in 2006 within the Skieratsa collectible soft box. It's about the most hip hop moment of the trilogy, recorded at Perasma Studio by lyrics of B.D.Foxmoor and Sadahzinia...''Each song of this record could have been a part of our previous album called Blah-Blasphemy. All songs of Blah-Blasphemy 2 are made under this reasoning, that's why the title'', Active Member state. This album comprises 20 new tracks and is found in a soft-cover packaging. As for the other two albums of the release, named Deep Shadowed and No Wind, are out of stock.

Artist: 
Production Label: 
Media Type: 
Published Year: 
2006

Buy this Album

Price: 
8,00 €

Tracks

CD

1 Olo ke kapios tha perasee [=Somebody Could Pass By]
Lyrics

Σ’ αφήσαμε έναν χρόνο να μαζέψεις, να μοιραστείς
το απάνθισμα της ορφανής μας σκέψης.
Άλλοτε έστεκες βουβός, μη τυχόν ρεζιλευτείς
ή σκεφτόσουν να φύγεις μ’ ό,τι κλέψεις.
Άλλοτε έμοιαζες τυφλός ξενομερίτης
ή σα να ’χει πάψει πια να κατοικεί εδώ το παρελθόν σου
κι άλλοτε απ’ τη βουή κυκλωμένος ερημίτης,
μα ό,τι και να ’ταν απλά μοιάζει με το σύρσιμό σου.
Να ’τανε όμορφο άραγε ή τζάμπα να παράπεσε
ή ξαμολήθηκε μακριά μια και καλή απ’ τις χαρές·
διάλεξε μια και κράτησε.
Θ’ ανταμώσουμε στα σώψυχα ξανά χίλιες φορές.
Γιατί πριν απ’ το φως περνάς απ’ της σκοτιάς το μονοπάτι
μα όταν γευτείς απ’ το όνειρο, δε σε τσεπώνει ο χρόνος
ούτε κι ο χάρος που φορά τομάρια στην πλάτη

δε σε ξεγελάει, γιατί είναι πάντα μόνος.

Λοιπόν, ετούτη τη φορά μη χαζεύεις την πομπή,
μπερδέψου εκεί ξοπίσω μ’ ήλιους αναρίθμητους.
Κάψε ό,τι φοράς, αν πάνω σου σκουπίστηκε η ντροπή
κι απ’ την καρδιά σου χαμογέλα στους αλύγιστους.
Μη ζηλεύεις τους πλούσιους και τους φημισμένους,
έχουμε μόνο μια μέρα φτώχειας διαφορά.
Λυπήσου τους και πες αν θέλεις στους καημένους
πως με δάνεια από το μέλλον δεν ξεχρεώνεις τα παλιά.

Μη ρωτάς για τ’ αύριο, κάνε του κεφαλιού σου·
κάθε βολεμένος και δειλός άλαλος σέρνεται.
Σταμάτα να μεθάς με λέξεις, και το νου σου,
κοιτάει ο ρουφιάνος απ’ τη γρίλια τη μισάνοιχτη και χαίρεται.
Εγώ θα μείνω βλάσφημος, παλιά συνήθειά μου,
των στίχων μου τη μάνα να κοιτώ που ’χει γεράσει
και με βρίζει μπρος στην αμάθειά μου·
μα εσύ κράτα λίγο αγάπη όλο και κάποιος θα περάσει.

2 Blah - blasphemy 2 (code 12)
Lyrics

Πάνω απ’ όλα η σιωπή δεν αντέχεται.

Όση αλήθεια και να τρως δε χωνεύεται,

πάντα φτάνει πιο νωρίς εκεί που πρέπει

κι ο φόβος την τυλίγει σα χαρτί στην πίσω τσέπη.

Σε σας μιλάω που ξερνάτε ανθρωπίλα,

τη μουγγαμάρα σας ή του μπλα μπλα την ξεφτίλα

κι απευθύνομαι ξανά σ’ αυτούς που ακούν (αν ακούν)

να σηκώσουν το βλέμμα και δουν (φως)

στο μισοσκόταδο που αφήνει χαραμάδα οργής·

να πολεμάς ρε – άμα δεν ήμουν σαφής –

να πολεμάς και να μιλάς, αφού έτσι θα σ’ αρέσει,

να τραγουδάς κι ας μην υπάρχει αυτί για να σ’ αντέξει,

να γελάς – πικρά πολύ τα γέλια –

να ονειρεύεσαι πάντα να σ’ έχουν έννοια,

να φτύνεις, να ξερνάς, (να κερνάς) τ’ αχώνευτα,

κράτα τ’ απλά, τ’ αληθινά και τ’ αυτονόητα·

μίλα ν’ ακούω όταν θα μπω στο μονοπάτι πέρα

κι άμα θα βρω τον τρόπο, θα βγω παραπέρα

για να κεράσω το τίποτα λαβωματιά θανάσιμη·

κώδικας δώδεκα Blah blasphemy.

Ματώθηκες απ’ όλα τ’ ανιστόρητα

και στάθηκες κοντά σ’ όλα τα απαρηγόρητα,

πύρινη γλώσσα γίνε τώρα και λαβωματιά θανάσιμη

– κώδικας δώδεκα, blah blasphemy
Στα συγκαλά σου, έλα, έχεις γερή κράση.

Τους τα ‘χωνες στη φέξη, τώρα χώσ’ τα και στη χάση·

σε καρτερούν οι αποκλεισμένοι οι προδομένοι κι οι άσημοι

– κώδικας δώδεκα, blah blasphemy.

Δεν ταυτίστηκα, μόνο στα όμορφα ανοίχτηκα·

βρήκα τ’ απίθανο, το ζω κι έτσι ορκίστηκα
μετά πως κάθε ανάσα που μετρά η φωνή μου,

δε θα προδώσω ούτε την εκδίκησή μου.

Άμα λασκάρει η συνείδησή τους, τρίζει,

πάντα το ψέμα τους παραφουσκώνει και τραυλίζει

σα μεθυσμένος και ευνούχος σωσίας,

παράλυτος πολίτης - πράμα της μπουρζουαζίας

που το παίζει και προφήτης κάπου κάπου,

αναιμικιώρης, ξεπεσμένος, μη μου άπτου

που με σπασμένα γαλλικά και κοκκινίσματα

’μολογά του τίποτα αισχρά παντρολογήματα·

μα εγώ επιμένω να γράφω λόγια με ρίμα,

κράτα δυο ψίχουλα μόνο από ένα βλάσφημο ποίημα

και μπρος ξεκίνα για να σ’ ακούσουν ξεκίνα,

έτσι κι αλλιώς για όλους μας έπεσε σύρμα.

Μα όσο κοντεύουν (να φτάσουν), άλλο τόσο μακραίνουν

με τυφλοσούρτη ούτε τα μισά δε μας κλέβουν

κι ό,τι είναι τώρα θα το πούμε χύμα, αρμάδα μάχιμη,

να επιβιώσουμε, λέμε, κι εμείς οι βλάσφημοι.

3 Ee mpocha ton kalpidon [=The Reek Of The False Ones]
Lyrics

Οι καλλιτεχνάδες τώρα πια πιασμένοι όλοι αλά μπρατσέτα

σπάνε τα γαμησιάτικα και τα παχιά πακέτα

με χορηγούς, μανατζεραίους και γραφεία

μια ξεπεσμένη και χωρίς κώδικα μαφία.

Τροβαδούροι, έντεχνοι, σκυλάδες,

χιπχόπερς κι οι μεγάλοι μας ροκάδες,

τώρα πια με ίδια αισθητική κι αξία,

πολιτιστική εθνική κοινοπραξία.

Πρέπει να μάθεις να κρατάς την αναπνοή σου

και να ζεις με των κάλπηδων τη μπόχα.

Όχι, δε ξέπεσε απόψε ο τραγουδιάρης σου -
απλά το φόντο είναι άσπρο και φάνηκε καλύτερα·

έτσι ήταν πάντα, κι εσύ καυχιέσαι πως για χάρη σου

στερείται από τα όμορφα για όσους έρθουν ύστερα.

Και χαραμίζεις τα πενιχρά σου εφόδια σκέψης,

για να διπλάρεις ξέλυτος τη θλιβερή του ζήση,

μα απ’ του υπονόμου την άχνα τί να κλέψεις

Άντε μια καβάτζα, τρεις μυτιές, κι ένα βρώμικο γαμήσι.

Λοιπόν, μακελεμένε ήρωα του τραγουδιού μου

μια στάλα κατράμι έριξες σ’ ένα βαρέλι μέλι

να μαγαρίσεις τα όνειρα του αγέννητου αδερφού μου,

γι’ αυτό με κόφτουν όσα λες κι ό,τι θα πεις με μέλλει.

Ντόρος να γίνεται οι μεγαλόστομοι δουλειά να έχουν,

χρειάζεται συνένοχους το ψέμα τους·

οι πυροβάτες όμως στα χαμοτόπια εδώ αντέχουν

να σβήνουν πάλι στη φωτιά το καμένο πέλμα τους.

Τρέχα από πίσω τους, λοιπόν, χειροκρότα σφύρα

η δήθεν λευτεριά τους μυρίζει κλεισούρα

σαν σύντομη ανάδυση από βαθύ κρατήρα

τώρα έχει κόντρα άνεμο, βγάλτη και κατούρα.

Και στην υγειά σου κι όλο να χαριεντίζεσαι

σαν ανήμπορος κλακαδόρος στη γιορτή τους

και σαν κουφάρι στον ήλιο να ξασπρίζεσαι

κι ό,τι σκαρφίζεσαι τροφή τους.

Ψάξε στ’ αποκαϊδια, μα μη σε πάρει μάτι·

οι ηλίθιοι υπερασπίζουν τα λάθη τους με σθένος

και σαν τους μένουν τα ριμαγμένα αμανάτι

γέρνουν προς τα δω· συγνώμη, απόψε νιώθω ξένος.

Δεν ταιριάζουν τα χνώτα μας, δεν είμαι δημοπράτης

να πουλάω στην καλύτερη τιμή αυτό που δε μου ανήκει.

Είμαι αρνητής πυρόγλωσσος κι άφραχτος αντάρτης,

να λευτερώσω θέλω από τη μέγγενη μια νίκη.

Όσο εκείνοι που αγαπάς κερώνουν την ψυχή σου

και ράβουν σιγή στη φορεσιά τη roja,

πρέπει να μάθεις να κρατάς την αναπνοή σου

και να ζεις με των κάλπηδων τη μπόχα.

Πρέπει να μάθεις να κρατάς την αναπνοή σου

και να ζεις με των κάλπηδων τη μπόχα.

4 Mee me kitazis sta matia [=Don't Look At Me In The Eyes]
Lyrics

Βοή του ονείρου κι ανάπαυλα απ’ τον εφιάλτη,
έλα και στάλαξε μου στο μυαλό τ’ όμορφο κάτι
σαν αφημένη ευχή στον άνεμο μια νύχτα ξάστερη,

σαν σκαρί που γυαλώνει σε θλίψη άταιρη.
Νιώθω σαν έρμος καπετάνιος που ψάχνει με τα κιάλια
ενός γέρικου φανού τα μικρά σινιάλα.
Διαβολεμένη στιγμή σαν βυθισμένη σημαδούρα,
μα είμαι όλος βιάση γι’ αυτή την περπατούρα.
Γραπώνομαι απ’ τις λέξεις κι έχω ρυμούλκα το χαρτί,
στρογγυλοκάθομαι κατάχαμα δίπλα σ’ ένα γιατί

κι αρχίζω να μετράω χίλια τραγούδια ακονισμένα

που ήρθαν να κόψουν όλα τα μυγιασμένα.
Για σένα και για μένα νίκες ισχνές,
η ίδια μουντάδα κι ανεξαργύρωτο το χθες,
μα ο ίδιος θα ‘μουν όπου κι αν πήγαινα·

ένας ανίκανος να τραγουδάω τ’ ακίνδυνα·

ένας κόκκινος ήλιος που πριν τινάξω τα πέταλα,

θα μεριάσω να πεθάνω μ’ ό,τι έσφαλα,
μα μέχρι τότε θερισμένε να δειλιάζεις

και μες στα μάτια, μη με κοιτάζεις.

Μη με κοιτάζεις στα μάτια, να σκύβεις όπως παλιά όταν περνούσα.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, να γλύφεις εκεί που πριν κατουρούσα.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, να λιώνεις και προς το τέλος προχώρα.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, εκτός αν έφτασε η ώρα.

Αν φτάσει η ώρα κι απ’ το ψέμα ξεπεζέψεις

και ρημαγμένος βαλθείς να με γυρέψεις,

δε θα ‘μαι εκεί που σαπίζεις στα μισοσκότεινα,

θα ‘μαι στα όμορφα που κάποτε σου πρότεινα

ή εκεί που σπάνε της μνήμης τα κύματα

και μουσκεύουν τους καιρούς τα άμοιαστα κρίματα.

Απαίδευτε να σκιάζεσαι γιατί όσο κι αν πλανήθηκες,

ίσα που λύθηκες, στο ζήτησαν και γδύθηκες

οι ξώμαχοι, οι βουβοί κι οι χαλκεμένοι

με τα κυρτά κεφάλια οι καλοκουρδισμένοι

σε σύραν λίγο στην κορφή μ’ αγάπες έτοιμες

σαν κάμπια την αυγή σύγκορμος έτρεμες,

και να που έγινες σαν στα όνειρά σου πεταλούδα·

δε θα κρατήσει πολύ σου ‘παν τραγούδα.

Μέθα απ’ τη γύρη της ντροπής κι όσο γιορτάζεις,

μέσα στα μάτια μη με κοιτάζεις.

5 Yia to meroma tis mnimis mas [=For The Taming Of Our Memory]
Lyrics

Βαρύς χειμώνας σε πλάτες γυρτές,

απέραντη σιγή ξανά σαν χτες …
Κοπάσαν οι καιροί, δεν ακούω τη φωνή σας,

όσοι είναι νικητές είναι και ηττημένοι.

Το Low bap τραγουδάει τη σιγή σας

και παίρνουν εκδίκηση οι ξεγραμμένοι.

Είστε όλοι ανίκανοι λίγο να φτερακήσετε

για να ξεφύγετε απ’ της λάσπης την έλξη,

σας απαντάω εγώ πριν με ρωτήσετε

για τα ατιμώρητα μόνο φωτιά ούτε μια λέξη.

Και να, επιτέλους φτάσαν οι βροντές,

να πνίξουν χαρές πλαστές.

Τί με κοιτάτε ρε ηλίθιοι δειλομακρεμένοι

Σας φασκιώσαμε με φόβο πριν τη φευγάλα

και μ’ ό,τι πιο βρώμικο στεφανωμένοι

σύρατε μια ολόκληρη εποχή στην κρεμάλα.

Λιώσατε τις τύψεις και το μέλλον αρτύσατε,

φέρατε το τίποτα εδώ να γεράσει,

μα για το μέρωμα της μνήμης μας και για όσα βρωμίσατε

απ’ τα χέρια μας θα πάει όποιος ξεχειμωνιάσει.

Έτσι απλά για το μέρωμα της μνήμης μας και μόνο…

6 Sto tipota (meros prosvasimo)[=At Nothingness - accessed area]
Lyrics

Και να, αυτή η μαυρίλα που με ντύνει,

απόψε μήνυμα αισιόδοξο αφήνει·

ότι αφού γυάλισες πάτο πιο κάτω δεν έχει

- να μη σ’ αγχώνει και το αύριο και σε τρέχει.

Grande finale λίγο πριν πέσει στο έργο αυλαία,

υποκλίσου στραβάδι με τη χεσμένη σκελέα,

τέλος με κεφαλαία, και της ντροπής το άγημα

σου αποδίδει τιμές για της ζωής το τράβηγμα

αναγνωρίζοντάς σου με περηφάνια και στόμφο

ότι ήσουν στον προθάλαμο για τον κακό σου ψόφο.

Είδες πολλά και πέρασες, ήσουνα νιος και γέρασες,

ό,τι ήξερες το ξέρασες, όλους τους ξεπέρασες.

Τί τυχερή που είναι η γενιά σου - γλίτωσε τ’ αγγάρεμα,

ν’ αφήσει κάτι για μετά κι είναι στο κωλοβάρεμα,

στο κωλοδώσιμο και στο κωλοφτιάξιμο

και κατέληξε στο τίποτα μέρος προσβάσιμο.

Δεν πάει πιο κάτω, καημένε, δεν πάει·
μείνε μ’ αυτό της ντροπής το παράσημο.
Δεν πάει πιο κάτω, καημένε, δεν πάει·
είσαι στο τίποτα μέρος προσβάσιμο.

Ο δρόμος που σε πάει στους γκρεμούς και στ’ ανάθεμα
ξεκινάει από παντού και το δικό σου πάθημα

με γεια σου, κι άντε γεια σου τώρα.

Εκεί στο τίποτα κατέληξες με φόρα

ασυγκράτητη· γι’ αυτή την πρώτη σου κρυάδα

λες πως φταίει η μαργαρίτα σου η αμάδητη η ρημάδα,

κι αφού έτσι λες μπορεί και έτσι να ’ναι.
Ρίχτο στην τύχη κι από δω κι άλλοι πάνε.
Ο χρόνος έσπειρε στον δρόμο που ανέβαινες σαράκι,

εσύ κατάπινες τις αντιρρήσεις σου φαρμάκι
κι εγώ απ’ την άλλη σε κοιτάζω και με τρώει

που με αφέλεια μετράς τη σκιά σου για μπόι.

Κι έτσι σιγά σιγά με το καιρό ή και πιο γρήγορα

βρήκες κατήφορο και πήγες βουρ στα σίγουρα.

Μηδενικό σου φορέσαν παράσημο

κι αφού πατώνεις μέρος προσβάσιμο.

Δεν πάει πιο κάτω, καημένε, δεν πάει·
μείνε μ’ αυτό της ντροπής το παράσημο.
Δεν πάει πιο κάτω, καημένε, δεν πάει·
είσαι στο τίποτα μέρος προσβάσιμο.
Δεν πάει πιο κάτω, καημένε, δεν πάει·

μην περιμένεις το φώτο φίνις.
Έχεις χάσει, καημένε, και πάει…

Έψαχνες στο τίποτα να βρεις
κι όλα τ’ ανώφελα της γης είχες μαζί σου.
Ήθελες τον κόσμο να καταπιείς,

χωρίς τίποτα να δεις στη χώνεψή σου.
Έγινες ήρωας διαφανής
που κατάφερες να βρεις χαρά στον πάτο.
Μέχρι εδώ, καημένε, ήταν· δε πάει πιο κάτω.

7 Paraksenee volta [=Strange Walk]
Lyrics

Ήταν μια μέρα απ’ αυτές που μια στο τόσο

η ζωή με βάζει τις αμαρτίες μου να πληρώσω

και να πάω για μια δουλειά στο κέντρο της Αθήνας

και κάπου εκεί ανάμεσα καφέ και γκρίνιας

άρχισα από παντού γύρω να μαζεύω εικόνες
χωρίς ροή, σκηνοθεσία και κανόνες (όπως:)
υστερικοί μαλάκες οδηγοί στην Πειραιώς

και σα να πήρα την Ψυτάλλεια μαζί μου είν’ ο ουρανός·

μπάτσοι σε πούλμαν στην Ομόνοια καρτέρι

να την πέφτουν σε πιτσιρίκες μέρα μεσημέρι·
να ψωνίζεται τραβέλι ξημερωμένο στο κέντρο
κάτω από ταμπέλα «πίτσα με το μέτρο»·

πωλητής σε δισκάδικο πιο πάνω απ’ την πλατεία
με μπλούζα «τη μουσική σκοτώνει η πελατεία»
και σε μια αφίσα ότι «η ζωή είναι παιχνίδι» από τη ΝΕΤ
το γαμημένο μου της ΕΡΤ ·
φασίστες και μπάχαλοι - άλλη πικρή ιστορία -
μαζεμένοι για την ίδια προς το γήπεδο πορεία·
πιο κάτω στο υπουργείο εργασίας και χαράς
μεταλλεργάτες απ’ το Πέραμα, καλός τσαμπουκάς·
και σε μια τράπεζα απέναντι από λύκειο υπό κατάληψη
ουρά οι καθηγητές για ανάληψη
και στο ταμείο ζωντανό είδα το φονιά του Τεμπονέρα
– εδώ μου χάλασε η μέρα.

Εκεί στο κέντρο μια παράξενη βόλτα
γεμάτη εικόνες κι αντιφάσεις.
Χάνεις το μέτρο, γίνεσαι πάλι όπως πρώτα
ή το βουλώνεις ή θες να ξεσπάσεις.
Και λακίζω αφού δεν ήξερα ας ρώταγα
Θα μπορούσα να κάτσω στ’ αυγά μου
Σας τη χαρίζω σ’ αυτή τη τρέλα δε χώραγα
φεύγω και τώρα σειρά μου…

Πήρα ένα ταξί δίπλα απ’ την γιάφκα στη Δαμάρεως
κι έφτασα στο κέντρο μέσω Πεδίου Άρεως.
Στο Σύνταγμα είχε γλέντι χωρίς βεγγαλικά,
μοιράζαν στους δασκάλους (τα ΜΑΤ) κλωτσές και χημικά·
σκυλοπόπ σουξεδάκια από ενός γραφείου τα ηχεία
αριστερού υποψηφίου για τη δημαρχεία·
ξέπλυμα ψήφου μπλε, κόκκινοι και πράσινοι κόκκοι
δημοκρατία σε Grand Cherokee.
Δίπλα ένα βαν καμένο, από κανάλι,
έγινε στάχτη από μολότοφ σε κοκακόλας μπουκάλι·
στο Ζάππειο εν ώρα δεξιώσεως ρουτίνας
ξεκινούσε κάποιος άνεργος απεργία πείνας.
Κι εγώ για να γλιτώσω τα δρώμενα του σπαραγμού,
βρέθηκα άθελά μου στο χείλος της Ερμού
όπου δυο μοντέλες ανορεξικές σαν τη κατάρα
μαλλιοτραβιούνται για ένα μπολερό από το Zara.
Εδώ ο κόσμος καίγεται - το υπόλοιπο δε λέγεται -

θέλει τον κολαούζο του το χωριό, μου φαίνεται.

Και πριν μας βγάλεις τ’ όνομα βγάλε μας το μάτι
είναι εξίσου με τ’ άλλα σοβαρό το κομμάτι.

Εκεί στο κέντρο μια παράξενη βόλτα
γεμάτη εικόνες κι αντιφάσεις.
Χάνεις το μέτρο, γίνεσαι πάλι όπως πρώτα·
ή το βουλώνεις ή θες να ξεσπάσεις.
Και λακίζω, αφού δεν ήξερα ας ρώταγα.
Θα μπορούσα να κάτσω στ’ αυγά μου.
Σας τη χαρίζω, σ’ αυτήν τη τρέλα δε χώραγα
φεύγω, κι ας είναι εδώ η γειτονιά μου.

8 Se pio kosmo girnao [=In Which World I Wander Around]
Lyrics

Είναι κάποιες φορές που σε οδηγεί το μολύβι

στο γεμάτο από στίχους του μυαλού σου καλύβι

κι άθελά σου γραπώνεσαι απ’ τις θύμησες

να βρεις κάπου το δίκιο για όσα μίλησες,
με το ρίγος το παλιό να σε σφιχταγκαλιάζει

σα τις άυπνες νύχτες που η σιωπή σε δικάζει,

με τα ίδια κόκκινα μάτια και το στόμα στεγνό,

με το ίδιο πείσμα και το ίδιο τσαγανό,

το ίδιο ατημέλητα, απλά και βιαστικά,

το ίδιο βλάσφημα και το ίδιο ειρωνικά

κι από τότε που τα λες σ’ αυτό το μαραφέτι

άλλοι σε λένε ποιητή, παραμυθά ή ψεύτη

μες στο πρόγραμμα είναι όλα αυτά, δε γλίτωσαν άλλοι κι άλλοι·

η ιστορία έτσι κι αλλιώς γράφεται για να προσβάλλει

τ’ απέραντα, τα σπουδαία και τ’ ασίγαστα,

μα εσύ νοιάσου γι’ αυτά, μάθε και μοίραστα.

Εγώ έχω τόσα στο μυαλό μου για να φρεσκάρω

στ’ όμορφο μέρος αυτό που πάλι σουλατσάρω.

Nα ‘ρχόταν δίπλα μου ένα χαρτί να μέριαζε

μ’ ένα ρεφρέν παλιό που θα μου ταίριαζε·
κι αυτό που βρήκα είναι από αυτά που αγαπάς,
πάμε παρέα να σε ρωτάω και ν’ απαντάς …
Πες μου ποιο κόσμο, (βρήκα ένα κόσμο)
πες μου ποια αγάπη (μια μεγάλη αγάπη)
πες μου ποιο φόβο, ποια ντροπή (στα κρυφά τραγουδάω)
ποιον εφιάλτη (γυρεύω να ‘ρθει)
ποια όμορφη νύχτα (μια σαν κι αυτή)
ποια λόγια, ποια άχρηστη ευχή (πάνω μου πάλι μαζεύω)

Ποιον εφιάλτη ικετεύω να ‘ρθει κουρασμένος,
με ποια πανέμορφη νύχτα είμαι για πάντα δεμένος,
σε ποια κρύβομαι άχρηστη ευχή, έτσι για γούρι,
ποια λόγια πάλι μαζεύω στης ψυχής μου το αχούρι
ποιον ξένο φόβο πάλι με τόση αγάπη παντρεύω
με ποια ντροπή ξεχασμένη στα κρυφά θεριεύω

Μ’ απ’ όσα έγραψα τα πιο σπουδαία θύμισέ μου·
σε ποιον πανέμορφο κόσμο γυρνάω, απάντησέ μου…

9 Skieratsa
Lyrics

Κοίτα πίσω απ’ την ομίχλη ένα νιόβγαλτο φως,
σα του βοριά τη γρήγορη μοιάζει περπατησιά,
έρχεται προς το μέρος σου και γίνηκες χλωμός
κι έχεις στο στόμα της ντροπής την αγευσιά.
Που ’ναι της γλώσσας σου τώρα τα περισσέματα
Ο φόβος μάλλον πιρουνιάζει τη ραχοκοκαλιά σου
με ρεύματα αστρόφερτα απ’ τα ονειροπαντρέματα
κι άντε βρες τα ψέματα που θα σταθούν μεριά σου.
Αυτό που ξεμυτίζει με φιδωτούς ελιγμούς
μοιάζει μ’ αταίριαστο καλό σε διαβόλου κάλτσα
ή κακορίζικο σκαρί με κέρινους αρμούς·
μα στάσου, φάνηκε καλά - είναι μια σκιεράτσα.
Κι αν είναι ό,τι φαντάζομαι ή μάλλον ό,τι ελπίζω
σ’ αυτούς δε βλέπω να περνάν τα υποτακτικά σου.
Άρχισε να τραγουδάς το «μάνα εγώ λακίζω»
ή πάρε το ισκάρι σου και στα καθήκοντά σου.
Μόλις θα ρίξουν άγκυρα, αρχίζει κι η ρομάντζα,
θα σου ξηγήσουν τ’ όνειρο με λόγια φεγγαρίσια
γι’ αυτό όταν πιάσουνε γιαλό, έμπα στη βαρκάντζα
και τράβα κατά πέλαγος προς το σκοτάδι ίσια.
Τους ξέρω αυτούς, τους συντροφεύει, λένε, η λευτεριά
κι είναι ντυμένοι με της νυχτιάς το χρώμα,
έρχονται όταν η φωτιά τους καλεί απ’ τη στεριά
και φεύγουν πάλι πριν να λιαστεί το χώμα.
Λένε πως αν τα μάτια τους είναι κοκκινισμένα
ψάχνουνε τα προδοτικά σε λάκκους και γκρεμίσματα,
μα αν είν’ τα μάτια τους υγρά και μερωμένα,
φέρνουνε όλου τ’ ουρανού τ’ αντιφεγγίσματα.
Κρύβονται σε βαλτόνερα και σε βουνά σκαμμένα,
δεν είναι απλοί θαλασσινοί μα ούτε βουνίσια ράτσα,
για σκέψου ωραία που θα ‘τανε να παίρνανε και μένα
στη μόνη που απέμεινε του ονείρου σκιεράτσα.

Πίσω απ’ την ομίχλη κι από βουνά σκαμμένα
αδέρφια μου και φίλοι πάρτε με και μένα.
Θέλω να κουρσεύω με της φωτιάς τη ράτσα
όλα όσα γυρεύω με μια σκιεράτσα.

Υπάρχουν κι άλλες ιστορίες σαν το κύμα ανταριασμένες
που μιλάν για κάποιον καπετάνιο μαγεμένο
που γράφει μ’ αίμα στα πανιά ρίμες χαραμισμένες
και της στεριάς τον έχουν οι σοφοί επικηρυγμένο.
Κάποιοι λένε ότι κρατάει από του κέδρου τα μέρη
κι ότι από έβενο φτιάχνει λαβές για τα μασάτια,
το θάνατο πως έχει κεντημένο στο ένα χέρι
και στ’ άλλο έναν μάγο με πύρινα μάτια.
Και για μια αρχόντισσα λένε που για μαλλιά έχει ρίζες
από λουλούδια της φωτιάς, και χέρια κοχυλένια
που τραγουδάει στα σύννεφα και φτιάχνει μέρες γκρίζες
για ένα σκιάχτρο στη στεριά με χέρια αχυρένια.
Φτιάχνει, λένε, από τη θάλασσα νερό να πιουν δροσάτο
κι άμα θελήσει προχωράει του ήλιου το ρολόι,
γνωρίζει απ’ έξω το βυθό κι όταν κοιτάζει κάτω
κάθε δελφίνι γίνεται με το σκαρί ένα μπόι.
Υπάρχουν κι άλλοι που σέρνουν μύθους χίλιους,
μα όλοι μοιάζουνε σαν απ’ την ίδια μάνα,
κεντάν στα μπράτσα τους φωτιές με κόχες κι ήλιους
και ούτε που νοιάζονται για του χάρου τη δαγκάνα.
Κι αν πεθάνει κανείς, γεννιούνται αμέσως τρεις,
γι’ αυτό πολυλογά με την κατσούφα φάτσα,
αν τη γλιτώσεις από δω κάπου πιο πέρα θα τη βρεις
τη μοίρα σου δεμένη πλώρα στη σκιεράτσα.

10 To amilito nero [=The Silent Water]
Lyrics

Ήπια τ’ αμίλητο νερό
να ξεδιψάσω να χαρώ
κι άμα μπορώ να μη σας πω
για όσα γραμμένα στο βυθό βρήκα …
βρήκα και μπερδεμένα φύκια, μια πνιγμένη αλήθεια
και μια νεράιδα αθάνατη που ολάκερη την ήπια.
Κοίτα, δεν είναι απλό το θέμα ούτε είναι παραμύθι·
θα τα πάρει το ποτάμι άμα θα μείνουν στίχοι.
Τύχη δεν έχει μεγάλη το θέμα, αφού έχει μπει στ’ αυλάκι,
παλιά ήταν σύννεφο, βροχή, τώρα νερό νεράκι
που ανηφορίζει το χώμα σ’ όποιου πληρώνει το στόμα
- ένα πετρέλαιο για τη δίψα δίχως χρώμα.
Μας το χουν κάνει γαργάρα γουλιά και μόκο
αν ξεπεράσεις τα λίτρα, ζητάνε τόκο στον τόκο,
με μετρήσεις για τα λάθη της φύσης σε ποσοστά
φιλανθρωπούν, προειδοποιούν και φλυαρούν σχετικά
πως το νερό μας τελειώνει κι έτσι το μέλλον ματώνει.
Μόνο αν πληρώνεις κάτι, λέει, το εκτιμάς· πάει και σώνει!
Γι’ αυτό, εμπόροι και τεχνοκράτες έχουν λύση:
αίμα από τη βρύση θα κυλήσει.

Ήπια τ’ αμίλητο νερό
μια εσύ και μια εγώ (ήπια κι εγώ…)
χόρεψα της βροχής χορό (και στον καιρό…)
και τα φορτώνω στον καιρό (όλα τα φορτώνω)
Κερνάν τ’ αμίλητο νερό
που δε μπορώ να μη το πιω,
θα ‘ναι της δίψας μου γραφτό
αν σε μια κουταλιά πνιγώ (τίποτα δε σώνω)

Κερνάν τ’ αμίλητο νερό σε μπάνικο μπουκάλι
εμφιαλωμένο το μέλλον μας χωρά σε φιάλη
κι είναι κομπίνα μεγάλη, ας μη το λέμε ανοιχτά,
ψιλά τα γράμματα, μα κάνει καλό στα νεφρά.
Είν’ το φετίχ του αθλητή και κάθε καταναλωτή,
για αδυνάτισμα fitness και με τη μόδα ασορτί,
προλαμβάνει ρυτίδες, τσεκαρισμένο.
Κάτι θα ξέρουν κι οι παπάδες το πουλάν αγιασμένο.
Στο μεταξύ, το κάθε τι ώσπου να μπει στο ράφι
πρέπει απ’ τ’ αμίλητο νερό τόνοι να πάνε στράφι.
Για κάθε αμάξι, κάθε μικροτσίπ, κάθε μπλουζάκι,
χρειάστηκε όλο το νερό απ’ το Ζαγόρι ως το Λουτράκι.
Παραπέρα, στου τρίτου κόσμου τ’ άδειο σκουτέλι
εκεί που ζουν και της δικιάς μας δίψας οι αγγέλοι,
επικαλούνται μόνιμα την ξηρασία·
λεηλασία, των πλουσίων ευαισθησία.

11 Presveftes kalis theliseos [=Good-Will Ambassadors]
Lyrics

Γαμημένο στρες δε με νικάς, θα βρω τρόπο ν’ αρχίσω
την περπατούρα μέσα μου και να παραμερίσω
τις φροντίδες και την αραχνένια εικόνα τους,
κάτι θα μου ’μείνε άθικτο να φτύσω μπρος στα πόδια τους.
Χωρίς σεβασμό στις λέξεις που αρματώνω
θα αρχίσω τις βλαστήμιες σε κείνους που χρεώνω
ξέπλυμα ψυχής, πειράματα, ζωής νοθεία,
μού φταίνε όλα απόψε και τα γήινα και τα θεία·
γιατί κάποια αδέρφια μου απ’ άλλη μάνα και πατέρα
παλεύουν να ζήσουν κάπου έστω μια όμορφη μέρα
κι αυτοί που το χάρο πατρονάρουν είναι οι φωστήρες,
πουλάνε ελπίδα, γι’ αυτό γαμώ όλους τους σωτήρες·
κάθε χολιγουντιανή υστερική πουτάνα
που τραβάει στην Αφρική για να το παίξει μάνα,
κάθε γαμημένη φαρμακοβιομηχανία
που στέλνει όσα εκπίπτουν μόνο απ’ τη φορολογία,
κάθε λινάτσα καλλιτέχνη που τραγουδά θλιμμένος
για τον τρίτο κόσμο κι είναι συγκλονισμένος,
κάθε τηλεοπτική δήθεν φιλανθρωπία
- εγώ είμαι από άλλη πιο απόμακρη ουτοπία -
κάθε μεταλλαγμένο σπόρο που βάζετε στη γη
με τη δικαιολογία ότι δεν αρκεί η τροφή,
κάθε λόμπι σας βιοτεχνολογικό,
κάθε βοήθεια απ’ τον πανάγαθο θεό,
κάθε οργανισμό και κάθε ιεραποστολή,
κάθε ειρηνοποιό μπάσταρδο με στολή,
όλους τους περαστικούς δημοσιογράφους
που ξεθάβουν την αλήθεια ανοίγοντας τάφους.
Τους γαμώ όλους σήμερα, μα που θα πάει θα ησυχάσω,
το ίδιο μαλάκας είμαι κι εγώ και θα ξεχάσω,
θα γυρίσω στα όμορφα, τα ποιήματά μου,
εκεί που καλώνει το μυαλό και η καρδιά μου
να νιώσουν άνετοι κι όσοι δεν με θέλουν βλάσφημο,
τί ασχολούμαι με του κόσμου κάθε άσχημο.
Υπάρχουν άλλοι επαγγελματίες εκ πεποιθήσεως,
οι πρεσβευτές καλής θελήσεως.

12 Lathos Paradigma [=False Example]
Lyrics

Πώς να ζωγραφίσεις ένα χαμόγελο
με δυο δάκρυα παρέα στον καθρέφτη
αν χολοσκάς για της νίκης το ανώφελο
κι αν πάλι τ’ αύριο σε δικάσει σα ψεύτη
Πως ν’ απλώσεις στο σκοτάδι το χέρι σου
για να σώσεις ένα φως που τρεμοσβήνει
αν στις χούφτες σου μέσα κρατάς τ’ αστέρι σου
φυλακισμένο, κι απαιτείς κι ευγνωμοσύνη
Πως ν’ αγγίξεις στη βροχή το πρόσωπό σου
και να γείρεις προς τα πίσω λίγο το κεφάλι
αν δε γνωρίζεις προς τα πού είναι ο ουρανός σου
και κουλουριάζεσαι να φύγει η ζάλη
Πώς να σταθείς φάτσα στον άνεμο κι ακίνητος
να του διηγηθείς κάτι απ’ τη μοναξιά σου
Αν δεν έχεις καινούρια μυστικά μείνε αμίλητος,
ξέρει τα πάντα για την αφεντιά σου.
Πώς να κρατήσεις απ’ τη θάλασσα αλμύρα
και να μάθεις να καλώνεις τον καιρό σου
αν ζητάς σα κολασμένος απ’ τη μοίρα
χωρίς ανάσα να σε πάει στον βυθό σου
Πώς να νιώσεις κάποιους στίχους και νοήματα
και ν’ απαιτήσεις χώρο μακριά απ’ τα δαμασμένα
αν δε φιλιώνεις μ’ απαρνημένους και με θύματα
κι έχεις παράδειγμα εμένα
Πώς ν’ αντέξεις ταξίδι ολάκερο αν σε τρομάζει το μικρό αυτό λιμάνι
Πώς να περιγράψεις το άπειρο αν το σήμερα μόνο σου φτάνει
Πώς να κυνηγήσεις χίμαιρες αν δε γνωρίζεις τ’ αφανισμένα
Και πώς να φιλιώσεις με σκέψεις ανήμερες αν έχεις παράδειγμα εμένα
Πώς ν’ ανταμώσεις επιτέλους με του ονείρου σου
τον πιο συχνό κι αγαπημένο επισκέπτη
αν πάντα άδικα χρεώνεις του ίσκιου σου
ό,τι κακό μπροστά στο διάβα σου πέφτει
Πώς να μερώσει η μνήμη σου η δόλια
και να σφαλίσει στα βάθια σου όλα τ’ άσχημα,
αν της χαράς πιάνουνε μέσα σου τα μπόλια
και με ξένα καρφιτσώνεσαι παράσημα
Πώς να σ’ ακούσουν όταν μιλάς δήθεν με οργή
και με κατηγόριες τα δίκια κυνηγάς
Αν δεν άγγιξες ποτέ σου νοτισμένη γη
παραμένεις αγέννητος φυγάς.
Πώς ν’ αντέξεις το πρώτο κλάμα ενός παιδιού
κι ενός λεβέντη γέροντα τη στερνή ματιά
αν για το τέλος βιάζεσαι αυτού του τραγουδιού
κι αν με τη στάχτη του σκεπάζεις τη φωτιά
Πώς να το πας ξεχωριστά αν τα κρυμμένα δε βρεις νοήματα
Πώς να τα κάνεις όλα αυτά αν έχεις τα λάθος παραδείγματα

13 Chreose ta ke afta stin fotia [=Blame These Too On The Fire]
Lyrics

Τον τελευταίο καιρό δεν ακούω και τρομάζω

να λένε όσοι φύγαν από ’δω πως το κουράζω

κι ότι πεισμώνω μ’ αυτά που κι αυτοί αγαπούσαν
μ’ όλα αυτά τα μακρινά και τα παλιά που συναντούσαν,
και μιλούσαν, γερνούσαν πάνω σ’ αυτά που περπατούσαν πετούσαν
κι όλο ξεχνούσαν από το τίποτα ζητούσαν
να παν στα σίγουρα όπως θέλει η εποχή,
εγώ όμως πλάι μου σέρνω πυρωμένη ευχή
πάντα να στέκομαι μπροστά απ’ τη μιλιά μου
και στη φωτιά να γεννιούνται τα όνειρά τα μικρά μου·
κοντά μου τα γέρνει ο χρόνος θλιμμένα
και χωμένα να μένουν με τη γη αδελφωμένα.
Σ’ αυτόν τον κόσμο με τα χίλια δυο ονόματα

όπου ανάβουν οι φωτιές, σβήνουνε χρώματα
και δεν αντέχει η αλήθεια ούτε παίρνει μυρωδιά
να γιατρέψει το ψέμα σα λαβωμένη καρδιά

γι’ αυτό η ευχή μου πυρώνει στου καιρού τα φερσίματα
και ξεταιριάζει απ’ τα διαβολοσκορπίσματα
έχει περίσσεμα μου χρέωσε μου κι αυτά
τα ονείρατα όπως και τ’ άλλα στη φωτιά.

Να άλλη μια ευχή που χαράμι δεν πήγε

κι αφού γουστάρεις μάζεψέ τα και μείνε

μάς περισσέψαν τα όνειρά μου σκιά μου

χρέωσέ τα κι αυτά δεν είναι δικά μου.

Άλλη μια ευχή που έχει μια ρίζα σαν κι αυτή της πεθυμιάς,

γι’ αυτό δε σκιάζομαι καθόλου να τη ζήσω μονομιάς,

γι’ αυτό και δεν την χάνω σα μικρό σινιάλο,

την μαζεύω για όταν πάω σε ταξίδι μεγάλο
ή για την πρώτη χαρά, τα πρωτοτόκια
εκεί γητεύουν τ’ αγρίμια και τα ζώνουν με ξόρκια.
εκεί μετράω κάθε στάλα στης ζωής την καράφα
τις αρχές μου, την πιο μεγάλη μου γκάφα,

τον παλιότερο στο διάβα μου βραχνά

που δεν κόβεται γιατί ανταμώνω όλους αυτούς συχνά

που μου λένε το κουράζω και μη συνεχίσω,

τζάμπα χρόνια, μπρος Hip Hop, Hip Hop και πίσω.

Καίγομαι, λοιπόν, έχω φωτιά στο σώμα

κι όσοι κάνουν πως δεν καταλάβανε ακόμα,

είναι που έχουν πάρε δώσε στα κρυφά με τη σκιά τους,

μήπως και ζωντανέψουν στο φως τα σχέδιά τους.

Γεια χαρά τους, εγώ κυλάω σε πύρινη φλέβα

κι αν δε φοβάσαι τις φλόγες, βρες το χώρο σου, ανέβα

στα όνειρα που περισσέψαν ρίξε μια ματιά

και χρέωσέ τα κι αυτά στη φωτιά.

14 Ramon lude 1
Lyrics
15 Kane kati [=Do Something]
Lyrics

Κάθε φορά βαρέθηκα να μου χτυπάς την πλάτη
και να μου ζητάς να ‘μαι γερός και να τα χώνω,
σα να μου λες ότι τραβάμε ξέχωρο μονοπάτι
κι ό,τι ξεφουρνίζω μόνος το πληρώνω.
Θα σου φρεσκάρω τη μνήμη, συνταξιδιώτη κι αδερφέ μου,
τα ίδια λεκιασμένα λόγια πετούσαν κάποιοι κατά γράμμα.
Δεν παίζει ρόλο αν δε τους πίστεψα ποτέ μου
οι κακοτοπιές μόνο στους δειλούς αφήνουν τραύμα.
Μην ψελλίζεις λοιπόν τα λόγια αυτά τα μασημένα
σαν και αυτούς που θριαμβεύουν στη σκιά της ντροπής,
γίνε φωτιά και λύτρωσέ μας απ’ τα ρημαγμένα,
γίνε όμορφο τραγούδι μας κι άντε να το πεις.
Να τους λυπάσαι που περάσαν από δω και μοιάζουν άνετοι.
Άπαξ και προδώσουν ύστερα μηχανεύονται
γεμάτοι αληθοφάνεια σύγχρονοι κι ενάρετοι.
Δεν πετάνε, απλά φτεροκοπάνε και παινεύονται.
Επικύρωση απ’ τη μάζα μη γυρεύεις,
μείνε παρείσακτος να λογοδοτείς σε σένα.
Η ζωή είναι όμορφη κι απλή, μην το παιδεύεις.
Κάνε κάτι, και σταμάτα να ζητάς πάλι από μένα.

Μη μου χτυπάς απλά την πλάτη, κάνε κάτι.
Σ’ αυτό τον τόπο βασιλεύουνε τα λόγια.
Αν με κοιτάς τόσο μακριά απ’ το μονοπάτι,
μοιάζω με νάνο κρεμασμένο σε ρολόγια.
Μη μου χτυπάς απλά την πλάτη, κάνε κάτι.
Απ’ το μικρό περίσσεμά μου χρόνια τόσα
πετάω μπρος σου το καλύτερο κομμάτι·
πόσα θέλεις από μένα ακόμα, πόσα

Σαφή ορισμό το όνειρό μας δεν έχει
ούτε θαμπά νοήματα κανείς μη σκαρφιστεί.
Απλά έχει πύρινο βιος όποιος δε σκιάζεται κι αντέχει
κι όποιος γουστάρει τα όμορφα να μοιραστεί.
Γι’ αυτό μην κοντοστέκεσαι στα βουβά και στοιβαγμένα,
θα βυθιστείς στη λάσπη από τα σάλια τους.
Μέσα σου να περισώσεις όλα τα καλοβαλμένα.
Κοίτα τους καλά, έχουν τα χάλια τους.
Ολότελα μονάχοι σέρνονται και σκοτισμένοι
λοξοκοιτάζουν και υποδείξεις περιμένουν που να πάνε.
Άντρες μοντέρνοι κι απ’ τη βουή κατειλημμένοι
πίνουν, μεθάνε, τους φτύνουνε, γλεντάνε.
Μέχρι λοιπόν τη σκέψη σου καλά να κουλαντρίσεις
φύγε από τα ξέθωρα και τα ποδοπατήματα
κι όταν καλμάρουν οι καιροί έβγα να ζητήσεις
τα ρέστα σου απ’ τα νεκρά παραληρήματα.
Και να θυμάσαι, οι ξεπεσμένοι πριν ήταν καλόγνωμοι
κι ότι «αλεπού του βάλτου» είναι το παρανόμι μου,
στη σκοτεινή πλαγιά ακόμα είμαι, τη γνώριμη,
κι αν είχα εφτά ζωές, για τους προδότες δεν θ’ άλλαζε η γνώμη μου.

16 Plesio epikinonias GR 4 [=Communication Plan GR 4]
Lyrics

Αν θέλεις, νέε μου, μια και καλή να ησυχάσεις,

κάνε ό,τι σου λέμε και δε θα χάσεις.

Σου προσφέρουμε το μέλλον σου σε κιτ

ταίριαξέ το και θ’ ανήκεις στην ελίτ.

Οδηγίες χρήσης για όσους νιώθουν άρρωστοι

και με συμπεριφορά ανάρμοστη:

Σβήσε κάθε φάκελο με παλιά αρχεία,

κερδίζεις χώρο και διώχνεις κάθε ανησυχία,

μπλόκαρε το δρόμο σε επικίνδυνες προσθήκες

διαβάζοντας το manual και σου φτάνουν όσα βρήκες.

Τοποθέτηση γλώσσας στα εργαλεία προς χρήση

αποκλείοντας κάθε παράξενη φράση και ρήση.

στο φάκελο με τα κλισέ χιλιάδες αναντίρρητα,

δοκιμασμένα να περνούν απαρατήρητα,

έξυπνα, ανθρώπινα, απλά και συνετά

μη βιάζεσαι πάντα να σε νοιάζει το μετά.

Ν’ αποφεύγεις παρεκκλίσεις γενικά φανταστικές,

να αστειεύεσαι χωρίς λεπτομέρειες καυστικές,

να είσαι trendy και συνάμα ευγενής

με όψη νεοφώτιστου, γυμνασμένος και υγιής.

Τυπικός στην ώρα σου χωρίς extra απαιτήσεις,

θετικός σε γνώμες και φειδωλός στις απαντήσεις.

Να ξοδεύεις όπως οι άλλοι, μη μοιάζεις καρμίρης·
να είσαι Έλληνας σύγχρονος και νοικοκύρης..

Με τις κάρτες σου, τα κινητά, τα δάνειά σου

όπως καθορίζονται βάση αξίας και προσφοράς σου.

Καμιά ανάμειξη με οργανώσεις και κινήματα,

απλώς ανησυχίες οικολογικές όχι διλήμματα.

Να συνοδεύεσαι μόνο από ανθρώπους της τάξης σου,

να συμμετέχεις στα κοινά για το κομμάτι σου.

Κι άλλα αυτονόητα που δεν τα ανέφερα

και καλωσήρθες, νέε μου, στο πλαίσιο GR4.

Τώρα μια σύντομη λίστα κάποιων υποχρεώσεων,

μικρών συμβιβασμών και μελλοντικών εκπτώσεων:

Αναγνώριση και ευγνωμοσύνη στους ευεργέτες μας

σκληρός ως προς τους οφειλέτες μας.
Nα χρησιμοποιείς κάθε μέσο που ενισχύει το σκοπό μας

κι απ’ τον ελεύθερο σου χρόνο για το καλό μας.

Να προμοτάρεις με όρεξη και με κανόνες αγοράς,

να τιμάς τους χορηγούς και να προσέχεις τι φοράς,

να υποστηρίζεις στα μέσα τις αρχές μας,

να τιμάς στις εκλογές τις κουμπαριές μας,

όπου σου αρμόζει ταξικά να πάρεις σπίτι,

να ξεχάσεις όποιον ήξερες αλήτη,

τα πάθη σου να κρύβεις για έρωτες και για ουσίες,

να ‘σαι κοντά στην τέχνη με συχνές παρουσίες,

εραστής της αρχαιότητας και της ιστορίας

μα και παιδί του θεού και της ορθοδοξίας.
Προσοχή στ’ αμάξι, είναι η εικόνα σου

και το ρευστό να ‘χεις προμαχώνα σου,

να είσαι ευχάριστη παρέα στις συνάξεις,

να προσαρμόζεσαι και να ‘σαι έτοιμος ν’ αλλάξεις.

Κι όλα θα πάνε καλά, αγαπητέ μου,

όσα χτίσαμε, δε θα γίνουν βορά του ανέμου.

Τέλειο το πλαίσιο και διόλου άβολο

κάποιοι για να μπουν θα ικετεύαν και το διάβολο.

17 Opou sigi ke patris [=Anywhere I Stay Silent I Call It Home]
Lyrics

Μαζεύω ονείρατα πριν φύγει ο χειμώνας
κι αρνιέμαι την πίστη στη δύναμη της εικόνας.
Έχω το νου μου, μη μας πάρει η ντροπή στο κατόπι.
Μη σε ξενίζει, κι όμως, υπάρχουν οι τρόποι.
Ξεκάθαρο το μήνυμα, χωρίς παζάρια,
απ’ τις ψαχτούρες σου στ’ ανοιχτά μου τα συρτάρια
πέσαν στα χέρια σου μυστικά δήθεν ευρήματα.
Μισοπιωμένε, θα σου στερήσω τα προσχήματα,
κάνε μεταβολή κι άκου σε χρόνους άφταστους,
ντουμπλαρισμένο το παρόν σου από τυχάρπαστους.
Κοίτα, σου βάλαν βραχιολάκι μωρού από μαιευτήριο
κάκιστο αντίγραφο με πωλητήριο,
μελλοντική εκδοχή, εμπορικό ανακοινωθέν,
αναλώσιμο υλικό, κόστος μηδέν,
εκδοχή β’ χωρίς αντιπαράθεση,
εκμετάλλευση έργου με κατευθείαν ανάθεση.
Και ζηλεύουν οι αγγέλοι.
Το αφεντικό τους έχει μόνιμα το δάχτυλο στο μέλι,
κι η ζαλισμένη αγέλη το πάει χωλαίνοντας,
συναινεί και ζει πεθαίνοντας.
Γι’ αυτό πριν φύγει ο χειμώνας μαζεύω ονείρατα,
τα ντανιάζω μέσα μου, δίπλα στα κρίματα,
και βαφτίζω τη φαρσοκωμωδία αυτή που ζεις
Όπου σιγή και πατρίς.
Ξαλαφρωμένος συνεχίζω το κατεβατό μου,
κάποιοι ίσως να ονειρεύονται τον σταματημό μου,
χρεώνοντάς τον στις παράπλευρες απώλειες.
Ξένα προστάγματα, ποινές εγχώριες.
Τόσα χρόνια ξεροσταλιάζουνε δαύτοι,
εγώ μουλάρωνα και δε με κάνανε ζάφτι,
με σημαδεύανε με έργα και με λόγια άσφαιρα.
Κοίτα τα μάτια μου, καθαρά και ξάστερα
Συγνώμη λοιπόν για την παράλειψη,
όσοι στηρίζουν όσα λένε κατηγορούνται για συγκάλυψη,
για αιρετικές απόψεις και ιδέες άχρωμες,
για νέες ηθικές και πράξεις άνομες.
Κατηγορούνται κι όσοι καθημερινά πλάθουν τον κόσμο τους
και μοναχοί τους τραβάν τον δρόμο τους,
κι εξοντώνονται όσοι ταιριάζουν και μοιάζουν τσούρμο
από μια κοινωνία βαμμένη με φούμο.
Λογοδοτούν τ’ αγρίμια σε παρατρεχάμενους,
που μεταφέρουν τα πάντα στους υψηλά ιστάμενους.
Και πάει το κόλπο σκοινί κορδόνι
ώσπου να ξεχειλίσει του φόβου το καμιόνι,
καλή σκηνοθεσία, ωραία φωτογραφία,
μάπα το σενάριο, μα δεν έχει σημασία,
συμμετέχουμε όλοι σαν ήρωες επιφανείς
στην κωμωδία Όπου σιγή και πατρίς

18 Poema
Lyrics

Όταν γεννιέται ένα τραγούδι κάτι πάντα ν’ αλλάζει,

κάποιο μάγεμα να ρίχνεται ν’ αρπάζει

τ’ άσπρο χαρτί και τη φωνή σου,

τέντωσ’ τα αυτιά, και την καρδιά σου άκου, κι ανοίξου

στ’ απλόχωρο, κράτα απ’ το σύμπαν το στενόχωρο

μόνο το δρόμο, ν’ αγγίζεις χώμα πρόσφορο.

Ψάξε να βρεις τη σκέψη σου κι ύστερα ζήσε,

την κάθε λέξη ακάλεστη κι αν είναι ρίξε

σα σφαίρα μες στη νύχτα·

γράφε κι ας στέγνωσε η πένα απ’ τη νύστα.

Μην περιμένεις τη μούσα σου κι απόψε να ’ρθει

γράψε μονάχος κι εκείνη αν έρθει να βρει

ποίημα αφτιασίδωτο, σιγοτραγουδημένο,

θαύμα μικρό, δικό σου, κομμένο και ραμμένο

όχι να γίνει άλλο ένα τραγούδι αγάπης,
αλλά μουρμούρα, μουγκρητό του ονείρου κι εφιάλτης.

Poema θα πει μεγάλη φυγή,

σκοπός, τέρμα, γνώση, φαντασία, οργή.

Θα πει τραγούδι κι ονείρου ξόδεμα,

θα πει παιχνίδι μες στις λέξεις, το χρυσό κομπόδεμα,

στίχοι με νόημα ή μεθυσμένοι που ξεπηδούν από πληγή ματωμένη.

Δεν είναι απλά μια γνώμη, σκέψου και πάψε να ρωτάς

- κάλλιο λιθάρι λένε παρά τα λόγια στην τύχη να πετάς.

Είν’ το αποκούμπι μου, στην περηφάνια σφήνα

κι ένα ψέμα περίσσιο με την αλήθεια σουρντίνα,

είν’ το παράξενο, αν θυμάσαι, αηδόνι

που μου σφυρίζει τις λέξεις κι ο στίχος τελειώνει.

Γι’ αυτό όταν πια ό,τι γράφεις σ’ αφήνει,

ακούς μια πόρτα ν’ ανοίγει να κλείνει

κάποιος μπήκε ή έφυγε κι άκρη για να βρεις,

διάβασε το και θα καταλάβεις.

19 20'' monacha [=Just 20'']
Lyrics

20’’ μονάχα και γίνατε όλοι σας μικροί

σαν κόκκοι σκόνης, χαμένοι και ζαλισμένοι απ’ το φως.
Τώρα το στόμα σας έχει γεύση παράξενη, πικρή
και ο μόνος όρθιος τριγύρω σας έμεινε ο τρελός.

20΄΄ μονάχα και η χαζή χαρά στο διάολο
σας βλέπω αμήχανος τούτη τη φορά που κλαίνε τα παιδιά σας.
Νοικοκυραίοι, γειτόνοι ό,τι έχω μέσα μου θα βγάλω
να σας το δώσω ο φτωχός, αφού θαφτήκαν τα όνειρά σας.

20’’ μονάχα κι όλου του φόβου οι κρατήρες
φτύνουν όλα τ’ απρόσμενα που φέρνουν ρίγος.
20’’ μονάχα κι η γη επιστρέφει όσα πήρες
- τρανή απόδειξη ότι είσαι λίγος.

20’’ μονάχα κι οι αγάπες οι σπαταλημένες
νεκρανασταίνονται και ζητάν να εκδικηθούνε.
Θύμησες ανήμερες και καταδιωγμένες
δεν ξέρουν πως γεννήθηκες για να σε λυπηθούνε.

20’’ μονάχα άβολη άπνοια στον ύπνο του δικαίου
που κάνει τα ονείρατα να σιωπούν κοκαλωμένα
μπρος στον λυτρωτικό ερχομό του αναγκαίου
για όλους εμάς που τα ‘χουμε χαμένα.

20’’ μονάχα και το άσκοπο ζαλίζεται
κι όταν συνέρχεσαι, δείχνεις απτόητος,
φωνάζεις σ’ όλους η ζωή πως συνεχίζεται,
το ίδιο ψεύτης, το ίδιο ανόητος.