iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer

Discography

Επιτέλους

Production Label: 
Media Type: 
Published Year: 
2002

Tracks

CD

1 Εσωτερική πύλη
Lyrics

Είμαστε εδώ στη φέξη του αιώνα
Κι επιτέλους πάλι
Χαίρεται η εξέλιξη για σένανε κανόνα
Χαίρεται για όσα σου χαρίσαν οι άλλοι
Φωνές σκόρπιες, παρακμή
Άπλωσαν παντού σαν χάδι
Κι εγώ θα κλέψω μια στιγμή
Για να τη δώσω στο σκοτάδι
Εδώ στη Βαβυλώνα
Είχαμε μαύρο χειμώνα
Και σ’όποιον δεν αρέσει
Μπορεί λευκά να φορέσει
Να γελάσει αφού πρώτα υποκλιθεί
Να αφήσει κάτι απο μέσα του να φύγει να χαθεί
Κι όταν τελειώσει, θα λείπουν όλοι
Θα πάνε τσάμπα οι ρόλοι
Πήγανε τσάμπα κάποιοι ρόλοι
Και το πληρώσαμε όλοι
Πήγανε τσάμπα κάποιοι ρόλοι
Μα ξαναχτήστηκε η πόλη
Πήγανε τσάμπα κάποιοι ρόλοι
Μα ξαναχτήστηκε η πόλη
Πήγανε τσάμπα κάποιοι ρόλοι
Κάποιοι θα ζούν για πάντα μια σχόλη
Ο πυροβάτης για μας είναι εδώ
Και το φάντασμα πάλι είναι εδώ
Ο μέθυσος ευτυχώς είναι εδώ
Κι ο πρίγκηπας ξαναγύρισε εδώ
Ο ίσκιος φάνηκε εδώ
Κι ο πορφυρός θα σκρατσάρει εδώ
Ο σάτυρος ήταν εδώ
Και το κοράκι πέταξε για εδώ

2 Καμμένη γη
Lyrics

Low bap φωτιά μου σ’ ευχαριστώ.
Πήρες τους φλώρους μακριά και ήταν ότι πιο σωστό
Απο νεογέννητο μωρό μέσα απ’τη κούνια σου στάθηκες
Και φέρθηκες πιο αντρίκια απ’όσους δε φαντάστηκες
Όσοι έφυγαν νύχτα δεν χρειάστηκες δεύτερη κουβέντα
Πρώτα λόγια σκληρά μα τη καρδιά κράτησες τέντα
ανοιχτή σαν το δρόμο που μας άνοιξες
Για να βρούμε γή καμμένη εκεί που άναψες
Φωτιές, μυνήματα γύρω από τείχη και χτίσματα
Που κρατάνε στα χτυπήματα
Βαρύ μαύρο χειμώνα όλοι περάσαμε
Βαβυλώνα, πολιορκημένη, ταμένη
Για πάντα κράτησες το λόγο σου
Και πήρες στο λαιμό σου όλη τη μπάντα με το φόβο σου
Ζούνε και πεθαίνουν απ’τα σύνορά σου βγαίνουν
Χωρίς νόμους να μπορούν να παραβαίνουν
Μόνο πόνο, χωρίς μίσος καταδίκη φυλακή
Που στην αρχή σε ξεγελάει με εικονική ζωή
Κάπου εκεί στη μιζέρια σου τη κληρονομική
Κι εμείς εδώ ξανά σε μια καμμένη γή

Σαν ονειρεύσαι τρυπώνω και σου κλέβω το χρώμα
Τον ουρανό που κοιτούσες θα στον κάνω πληγή
Μια σου κουβέντα ακόμα και θα σου ράψω το στόμα
Μ’όσα είχες πεί και μ’όσα είχες ορκιστεί
Τα είδαμε όλα όλα κι έναν αδερφό μας στο χώμα
Που τον ξεχάσαν όσοι βρέθηκαν εδώ περαστικοί
Τι θα βγεί, θα κάτσω μέχρι το γιόμα
Και την κατάρα στέλνω πίσω στην καμμένη γη

Άρρωστος νιώθω γίνομαι όνειρο κακό και τρυπώνω
Σου φέρνω λόγια παλιά όρκους ματώνω
Ούτε φιλιώνω, ούτε πεισμώνω στον χρόνο
Τη φωνή μου σηκώνω δε μετανιώνω
Κατεβάζεις τα μάτια τρέμουν τα χέρια σου
Συννεφιάζουν η ψυχή και τ’ αστέρια σου
Χωρίς στον ήλιο μοίρα φύλα τα νώτα σου
Σε προδώσανε τα πάντα έξω απ’την πόρτα σου
Να ρίχνεις μια ματιά που και που
Για καλό και για κακό απ’το πουθενά και στο παντού
Τα γράφουμε όλα στο χιόνι κι όποιος γλυτώνει
Άλλο ενα φάντασμα εδώ θα σε στοιχειώνει
Κι εγώ εδώ θα γελώ με πιο θολό το μυαλό μου
Άει! Στο καλό, με τον καημό τον παλιό μου
Τον κρυφό μου, δε θα τον κάνω πληγή,
Απλά μπροστά σου θα με βλέπεις σε καμμένη γή
Ήμουν εκεί απ’την αρχή, την επιτέλους αρχή
Και έιδα πως φτιάχνεται σκαρί από το μηδέν σε μια εποχή
Που αποχή κι απραξία συνθέτουν μόνο κανόνα
Που ‘σπασε τότε ένας τρελός κι ονόμασε βαβυλώνα
Ήμουν εκεί και τον πρώτο χειμώνα τον πιο βαρύ
Και στον δεύτερο δυό χρόνια μετά πρίν να προλάβει
Κανείς να χαρεί πιο τυχεροί όσοι λακίσαν
Μπορεί μα πιο μάγκες όσοι ζήσαν
Το τέλος, καμμένη γή φάντασμα, μέθυσος, σάτυρος
Πρίγκιπας και πυροβάτης οι πρώτοι κάτοικοι μιας πόλης
Που ο χάρτης ξέχασε, θέμα περηφάνειας και μαγκιάς
Για όσους θυμούνται τη φυλή της φωτιάς
Σαν ονειρεύεσαι παίρνω εφιάλτη χρώμα
Και σέρνομαι στου χρόνου το δώμα
Ακούω βουλωμένο στόμα
Ακόμα τόση βρώμα
Σώμα άρρωστο και πονεμένο
Κανακάρι γέννησες μαγεμένο
Κι επιμένω μέχρι του νού μου το γιώμα
Να πιστεύω μόνο το δικό σου στόμα

5 Δρόμικο
Lyrics
7 Ταξίδεψε φωνή μου (Κοράκι)
Lyrics

Φονιάδες οι σκέψεις μου και οι λέξεις μου φυγάδες,
κάθε φορά που βρέθηκα σε φέρετρα αντάμα.
Γυνίκανε στο νου μου, απόκρημνες χαράδρες,
σαν δάκρυα φτερουγίσανε και σαν οργή συνάμα.
Στο άδικο μέσα, έπνιξα τα γέλια,
και άρχισα να γυρεύω της ζωής την καταχνιά.
Έβαλα μαύρο τρίχωμα και νύχια νυστεριά,
στο μερτικό μου χάρισα μαύρα φτερά.
Να στάζουν μελάνι πριν φτάσει τ’ αγιάζι,
σαν γνήσιος απόγονος μιας κάλπικης αυγής.
Σ’ ένα χαλάζι έψαξα τον κόσμο τι τρομάζει,
μα κι αυτό φυτεύτηκε στα έγκατα της γης.
Κουράγιο βρήκα και έφυγα για πιο άφοβες χώρες,
στις νύχτας τα λημέρια στ’ ουρανού την άκρη.
Σκιές με καλωσόρισαν με κεραυνούς και μπόρες,
και το μικρό μου ανάστημα τ’ ονόμασα κοράκι.
Τώρα απ’ ορίζοντες ψάχνω χρυσά παλάτια,
να τα λεηλατήσω και να τα’ αφήσω.
Σε δάκρυα τις θλίψης σε πονεμένα μάγια,
στον πόνο παράπλευρα ελπίδα να αφήσω.
Μετά να σεργιανήσω με άλλα στεργιοπούλα,
να φτάσουμε στα πέρατα σ’ αστέρι ρημάδι.
Να βάψουμε κατράμι αυγερινό και πούλια,
ταξίδεψε φωνή μου καβάλα στο σκοτάδι.

Ταξιδέψε φωνή μου καβάλα στο σκοτάδι,
σε πλάσματα στροβίλισε που μάθαν να ξεχνάνε.
Ελπίδα άπλωσε τους, στο μέτωπο σαν χάδι,
να πάψουν να σφαγιάζονται και με αίμα να μεθάνε.
Ζωντάνεψε φωνή μου απ’ το λευκό χαρτί μου,
ψυχές που δεν γαλήνεψαν στου ουρανού την άκρη.
Και αφού στη γη το άδικο γυρεύει την πνοή μου,
και σύννεφα την έστειλα την έκανα κοράκι.

Για δες ο χρόνος κύλισε σβήσαν πέντε φεγγάρια,
μ’ ακόμα κλέβω φλόγα απ’ της φωτιάς τα μέρη.
Με θέρμη να γεμίσω τα πιο κρύα ντουβάρια,
τα λόγια με τον άνεμο στ’ ανθρώπινο ασκέρι.
Ν’απλώσω μπας και σώσω τον όχλο απ’ το γκρεμό,
να φέρω απ’ τον έρεβο ηγέτες που χαθήκαν.
Με ψυχικά αποθέματα να βρουν φωλιές εδώ μαζί,
ν’ αναστήσουμε ιδέες που χαθήκαν.
Πατέρα ουρανέ αρχίσανε τα ντέφια,
απόψε που κατέβηκα το χώμα να πατήσω.
Στην έρημο είδα θάνατο και σε πύργους αδέλφια,
γι’ αυτό μικρόφωνο έπιασα και θα μιλήσω.
Αυτοί που λέγονται άνθρωποι στο τίποτα κουρνιάζουν,
κρύβονται απ’ την αγάπη και σύνορα ορίζουν.
Απ’ το παρόν στο μέλλον τους, λεωφόρους χαράζουν,
στρατάρχες και πολέμαρχους σωτήρες τους βαφτίζουν.
Ξεσπάνε σε μια μπάλα προσκυνάνε εικόνες,
εξίσωση η ζωή τους μπλεγμένη στο άπειρο.
Δεν το κουνάνε ρούπι απ’ τους κανόνες,
τους δείχνεις το παράθυρο και αυτοί κοιτούν το δάκτυλο.
Καλυτέρα πατέρα εκεί στην καταχνιά,
λεξούλες να παντρεύω στου φεγγαριού την πλάτη.
Και αν βγήκε ο γιος σου σήμερα στον κόσμο παγανιά,
η παρακμή ευθύνεται, γύρεψε το κοράκι.

Ταξιδέψε φωνή μου καβάλα στο σκοτάδι,
σε πλάσματα στροβίλισε που μάθαν να ξεχνάνε.
Ελπίδα άπλωσε τους, στο μέτωπο σαν χάδι,
να πάψουν να σφαγιάζονται και με αίμα να μεθάνε.
Ζωντάνεψε φωνή μου απ’ το λευκό χαρτί μου,
ψυχές που δεν γαλήνεψαν στου ουρανού την άκρη.
Και αφού στη γη το άδικο γυρεύει την πνοή μου,
και σύννεφα την έστειλα την έκανα κοράκι.

12 Γύρω σου
Lyrics

Κάτω απ’τα πόδια ένιωσα το κόσμο να φεύγει
Πρώτη φορά η ζωή μου έδειξε πως μ’αποφεύγει
Και η στιγμή μου ξέσκεισε την περιφάνεια
Και την έπλεξε πολλά συγνώμη στεφάνια
Πολλά τα δάκρυα, τι γίνεται ρε μαλάκα
Δε το πιστεύω, πες μου ότι μου κάνετε πλάκα
Δε μπορεί, πες μου ότι ζω σε παραμύθι
Κι ότι μου ‘στησαν φάρσα απο το βάλτο οι μύθοι
Πες ότι όλοι όσοι κλαίνε ψέματα λένε
Κι αν όχι πες τους να φωνάξουν να μην κλαίνε
Να τραγουδήσουν δυνατά για το όνειρό του
Να κάνουν το χαμό του να ζηλέψει το φευγιό του
Και το θάνατο το πούστη να ντραπεί
Και το καλύτερο τραγούδι μας να πεί
Τόσο δυνατά που να μαλώνουν τα αγγελούδια μεταξύ τους
Κι αν θα τον πάρει αγκαλιά για την τιμή τους
Να τον πάει στο πιο καθαρό να μείνει ουρανό
Αφού εδω κάτω είχε διαλέξει έναν βάλτο σκοτεινό
Γι’αυτό φωνάξτε, πέστε της παρακμής
Πως πίσω μείναμε εμείς

Γύρω σου θα ‘μαι
Κι εδώ κι αλλού
Και θα γερνάμε
Σ’ίδια αγκαλιά
Αφού χρωστάμε
Φίλου καλού
Όσα αγαπάμε
Απ’τα παλιά
Καλό ταξίδι, και γάμησέ τους παλικάρι
Να τους κάνεις να ραπάρουν κι εκεί πάνω που να πάρει
Να σκρατσάρουν οι αγγέλοι το καλό τους
Και να σφυρίζουν οι διαβόλοι το κακό τους
Κι όταν θα αφήνει ο ουρανός αυτό το γκρίζο χρώμα
Θα σου κρατάω με τα ξύδια νωπό το χώμα
Δε θα λυπάμαι, τη πιο καλή έφυγες ώρα
Θα σιχαθείς ρε άμα δείς ποιοί κλαίνε τώρα
Όσοι σ’αγάπησαν πολύ έχουν προδώσει
Όσοι σε γλύφαν μια ζωή έχουν θυμώσει
Κι όσοι φοβόντουσαν παλιά φοβούνται ακόμα
Κι αυτοί που λέγανε πολλά σφιγγούν το στόμα
Εγώ βουτάω ενα χαρτί κι ένα μπουκάλι κρασί
Για να στα γράψω όπως τα γούσταρες κι εσύ
Γιατί όταν φεύγει ένας αλήτης ένα αγκάθι φυτρώνει
Για να υπάρχει κάτι εδώ να μας πληγώνει
Να ‘μαστε μόνοι, θέλει ο θεός ή δε θέλει
Εδώ στο βάλτο δε ακούγονται οι αγγέλοι
Φωνάξτε όλοι έτσι για φόρο τιμής
Ότι η φωτιά είμαστε εμείς.

13 Ένας λόγος παραπάνω
Lyrics

Απ’ το ξεπόρτισμα στο ξαφνικό που αντρώθηκα,
απο το φόβο χωρίς λόγο σ’ όλα αυτά που φορτώθηκα.
Δεν ξερώ αν σώθηκα, μα ότι δεν έχω δε χάνω,
και ότι μου μένει είναι ένας λόγος παραπάνω.
Από τα σίγουρα μου και ήσυχα μου κύτταρα,
φτύνω καμάρι για μακάρι στα καλυτέρα.
Και απ’ τα ομορφότερα φτιάχνω μονάχος μου ανακάτεμα,
με τα χειρότερα, βασκανία και ανάθεμα.
Ξεπάστρεμα γρήγορο από θεριό ανήμερο,
αυτό που όλοι λένε εφήμερο, μεσ’ το καταμεσήμερο.
Και που το κάτι γίνεται το γνωστό μου,
το καλό και το κακό ανταμώνουνε στο ευχαριστώ μου.
Χειροπιαστό μου όνειρο και άφαντη λογική μου,
ματιά που τρέχεις πιο πολύ απ’ τη βιαστική μου.
Την γλώσσα μου έχεις μπλέξει με τόσα και τόσα,
το έχεις συνήθειο να κάνεις την καμποσα.
Όλα με όλα αυτά που μπροστά μου πέρασα,
και τα δικά μου που με ξεπέρασα,
Τα αμοίραστα, τ’ αχρείαστα και τα πιο πάνω,
είναι μονάχα ένας λόγος παραπάνω.

Δεν θέλω του χρόνου το ακοίμητο απόγευμα,
θέλω αυγή και σκοτεινιά μαζί μ’ οινόπνευμα.
Ότι λέω να είναι το ίδιο με ότι κάνω,
δεν έχω ανάγκη ούτε ένα λόγο παραπάνω.
Απ’ το ξεπόρτισμα στο ξαφνικό που αντρώθηκα,
από το φόβο χωρίς λόγο σ’ όλα αυτά που φορτώθηκα.
Δεν ξέρω αν σώθηκα μα ότι δεν έχω δεν χάνω,
και ότι μου μένει είναι ένας λόγος παραπάνω.

Από το χάραμα το πρώτο μου τ’ ολόχρωμο,
στο ρόλο μου τον βαρυφόρετο και απότομο.
Με ρίχνω στα βαθιά χωρίς κολύμπι να ξερώ,
σώνομε και γελιέμαι, λέω να τα καταφέρω.
Να βγω και ότι έχω κρύψει απ’ το βυθό να δω,
ένα στολίδι καλοφτιαγμένο και ακριβό.
Να αντανακλά τη ζωή να το θαμπώνει η πνοή,
να χαίρομαι την καθετί μικρή στιγμή.
Να μου τάξει πρωτογέννητους κόσμους όπως παλιά,
και να με πάρει κρυφά σε μια γωνιά αγκαλιά.
Στο καθρέφτη να ομορφύνει το είδωλο μου,
να τον κοιτάξω στα μάτια να μπερδέψω το μυαλό μου.
Το είδη θολό μου που τον περισσότερο καιρό,
με κάνει αλλού να χαζεύω και αλλού να περπατώ.
Μα εγώ θέλω να πετώ ψηλά απ’ την πόλη,
κάθε ταράτσα να την βλέπω ανθισμένο περιβόλι.
Αντί του χρόνου το ακοίμητο απόγευμα,
να πίνω αυγή και σκοτεινιά μαζί μ’ οινόπνευμα.
Ότι θα λέω θα είναι το ίδιο με ότι θα κάνω,
δε θα’ χω ανάγκη ούτε ένα λόγο παραπάνω.

Δεν θέλω του χρόνου το ακοίμητο απόγευμα,
θέλω αυγή και σκοτεινιά μαζί μ’ οινόπνευμα.
Ό,τι λέω να είναι το ίδιο με ό,τι κάνω,
δεν έχω ανάγκη ούτε ένα λόγο παραπάνω.
Απ’ το ξεπόρτισμα στο ξαφνικό που αντρώθηκα,
από το φόβο χωρίς λόγο σ’ όλα αυτά που φορτώθηκα.
Δεν ξέρω αν σώθηκα μα ότι δεν έχω δεν χάνω,
και ότι μου μένει είναι ένας λόγος παραπάνω.