iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer iTunes Google play spotify deezer

Discography

Απ' της φτιάξης μας τα λάθια Ep1

Artist: 
Production Label: 
Media Type: 
Published Year: 
2008

Buy this Album

Price: 
10,00 €

Tracks

DISK1A

1 (Intro) Χωρίς Εγγυήσεις
Lyrics

Ερχόμαστε απ’ το χθες σαν το πιο σπάνιο φίλιωμα,

στασιώτες του σήμερα, του χρόνου σας κλείδωμα,

παράκουοι κυνηγάμε το αύριο πριν το ξέκαμα,

καίμε το πορθμείο απ’ τα ωραία στο ξέχασμα.

Τραβάμε το χρόνο να βγει φως απ’ το χάλασμα,

καλούμε τους φυγόκοσμους ν’ απαντήσουν στο πλάνεμα

και κάθε παινάδι που οδηγεί στη λησμονιά

να μοιάζει σημάδι παλιό από σφεντονιά.

Μη βιαστείς να χαρείς, μη βιαστείς να τρομάξεις

στ’ απλωμένα τα λάθια της μικρής μας της φτιάξης

απ’ τα ξάστερα πίσω είν’ τα κρυφά τ’ αμαγάριστα·

όταν τα βρεις τραγούδησε τα και χάριστα.

Θα πάρει ένα χρόνο μη σε τρελλάνει η αχορτασιά

χέριαζε τις στιγμές για να φεύγει η αστομωσιά

και μεσ’ το μεσοχείμωνο σαν τη γλυκομιλιά

θα δέσουν τα νιόβγαλτα δίπλα στα παλιά

κι όπως κάθε φορά, πνιχτά η μεγαλόφωνα,

τα λάθια μας θ’ αγκαλιάζουν τα μικρόφωνα

χωρίς συμβουλές, χωρίς εγγυήσεις,

μα τούτη τη φορά αν πας δε θα γυρίσεις.

2 Πόρνες στο κόκκινο χαλί
Lyrics

Πεταμένες κορώνες σε κακότοπες στράτες
άδειες κανάτες πορδές γεμάτες.
Το μοτό που παει ταμάμ στην εποχή μας
αξιολάτρευτη και γανωμένη ανοχή μας.
Όχι δε φταίνε όσοι απόκτησαν οντότητα
στο καταφύγιο του ηλίθιου, την διασημότητα.
Φταίνε οι γενιές που μαθητεύουν στα κουτοπόνηρα,
φταίμε κι εμείς που τους είπαμε για τα όνειρα.
Όχι δε φταίνε οι ακίνδυνοι μισόλογοι,
η δικιά σου επιβράβευση είναι υπόλογη.
Στην κάστα αυτή τη σαθρή και την ανώφελη
βουρλισμένοι χαμοσέρνονται παιδόφιλοι
με νυχθημερόν καλοστημένα μαγιολίκια
για εθισμένα πιτσιρίκια ένα δράμι καριολίκια
είναι αρκετό, αφού απ' τα γεννοφάσκια τους
κλέβαν μεζέ απ' τα σκατά που 'χαν στην πάνα τους.
Και χαζεύουν τώρα νάνους σε γιγαντοοθόνες,
ξεπεσμένες μουνίτσες με hip hop πριμαντόνες
κορδωμένοι μ' έπαρση και λόγια μωροπίστευτα
στη χώρα αυτή ταγκιάζουνε τ' απίστευτα.
Απαξάπαντες λειψοί και μονοσήμαντοι,
αμέτι μουχαμέτι όλοι οι ασήμαντοι
μια μασκαράτα σε φρενιασμένο παιχνίδι
- τρεις λαλούν και κλάνουν κι ένα αρχίδι.

Οι στίχοι τους κι η μουσική
πόρνες στο κόκκινο χαλί για τους πελάτες.
Παντού νταβάδες χορηγοί,
γιατί η ντροπή στον τόπο αυτό πάντα είχε πλάτες.

Πόρνες στο κόκκινο χαλί μ' όλη την τέχνη στο μαλλί
δρομολογούν τη διασημότητα καμώνοντας αυλή
κι ανάλογα το γκελ, ανάλογα το κέρμα
κληρώνονται φήμη χάρη στο ακατοίκητό τους βλέμμα
που μ' υποσχέσεις κοιτάζει την εποχή τους ,
όλα τα 'χουν κομπλέ κι από μια τρύπα στο βρακί τους
ρεκλαμάρουν τη φωνή τους τα ταλεντάκια
κι οι χορηγοί πάνω απ' το τίποτα βήχουν σα κοράκια.
Μηχανεύονται τρόπους ή τα περνάνε στη ζούλα,
διαφημιστές ληγούρηδες κάντο γνωστό και πούλα•
ράβουν τσουρούτικα κουστούμια, σε μετράν με τη μία
- είναι γνωστή η ιστορία και επιδημία
όπως και δήποτε χαμένη στην ποιότητα,
περνάει στο ντούκου η όποια προχειρότητα
σε στίχους και σε μουσική, η σερμαγιά με τα σουξέ,
ενώ η ντροπή κλωθογυρίζει κουλουβάχατα κλισέ.

3 Απ' της φτιάξης μας τα λάθια
Lyrics

Όταν ο χρόνος μοιάζει σαν άδεια κολυμπήθρα

το λογάδι σου γίνεται σκλήθρα.

Και φόβος μακρόσκιος κακοταιριάρης,

μήπως και γίνεις δουλευτής θεληματάρης.

Μ' αν απ' τα γεννοφάσκια σου και τη θαμπή σου φτιάξη

σέρνεις τα λάθια των καιρών, άντε ν' αλλάξει.

Σκέτη σκοτούρα και λάθρο το σπούδαγμα,

σκάρτο το ζύμωμα – λειψό το φούρνισμα.

Κι αν σου 'τανε μοιρόγραφτο να ζεις με συγχαρίκια

άντε περπάτα μόνος σου χωρίς τα δεκανίκια.

Την ήπια την πικράδα αυτή στην πρώτη απραγιά μου

και σύρανε τ' αμάθευτα να γίνουνε δικά μου.

Κι ήθελα κάθε ανήμπορο να κάνω μπορετό

μα όπως στο κρυφούπνι μου σα το χασμουρητό

με παίρνανε χαμπάρι οι κλαψομοίρηδες,

οι ατσαλάκωτοι, βουβοί και νοικοκύρηδες.

Κι η άσβεστη δίψα μου έμοιζε χασομέρι

και σαν οι αχυρόμυαλοι να μου δεναν το χέρι.

Μ' αν είναι μες στο κράμα σου και το ποθεί η ψυχή σου,

λεύτερο θα 'χεις ουρανό και χόρτασμα τη γη σου.

Έτσι σ' αυτό το παιδεμό, φιλόμαχος αν είσαι,

μείνε αφανέρωτος - μα την οργή σου φτύσε.

Πάρε κουράγιο να χαθείς στου ονείρου σου τα βάθια

από της φτιάξης μας να βρεις τα πιο ωραία λάθια.

Από τη φτιάξη μας ως τη χάση

μια περασιά είμαστε όλοι, τάμα στη μοίρα.

Ξεφυσάμε στο σκολιανό μας γιορτάσι

που άλλη μια μέρα δεν πάθαμε φύρα.

Αν όμως στέκονται κομποδεμένα τα λάθια μας

πίσω απ' τη γλώσσα και στο πετσί μας,

κάλλιο σαράκι να χωθεί στα κατακάθια μας

ν' ανοίξει τρύπα να χυθούν απάνω στο ραμφί μας

σα φλόγες, σα κύματα και σα λερά λεπίδια

σαν όνειρα βαθιά στα πρωτούπνια,

συρμένα από τη ρίζα μας ως την κορφή σα φίδια

να μας τυραννάνε – ας όψονται – μ' αγρύπνια.

Κι όσο θα γυροφέρνουνε στης κούτρας το σμιλάρι,

θ' ανηφορίζουνε τραδούδια προς τ' αστέρια

και σκάτζα κάνουνε με τα σωστά στο αρμάρι

της φτιάξης τα λάθια τα έρμα και τα ταίρια.

DISK1B

1 Τι να ζηλέψουμε;
Lyrics

Γιατί πάλι αγκομαχάς όταν μου δείχνεις τα σερνάμενα

γύρω απ’ αυτά ίσως σαν τα μούτρα σου και να ‘μουνα.

Θα μ’ έπνιγε όπως πνίγει το σίδερο η σκουριά

και θα ούρλιαζα πνιχτά όπως η καμπάνα απ’ την σφυριά.

Παραδέξου το λοιπόν – η μαντεψιά ήταν σωστή

φήμη βαριά δεμένη με ψιλή λευκή κλωστή

όλοι γνωστοί κόλακες μισοφαγωμένοι

αβέβαιοι και αμήχανοι κοιτούν κι οι μυαλωμένοι

Πως να ζηλέψω λοιπόν την κατρακύλα από τα αργόσυρτα,

τι να ζηλέψει μια κραυγή απ’ τα ανομολόγητα;

Το πλατάνι δε σκιάζεται απ’ την χαμοκερασιά

ούτε κι ο φάρος λαχταρά του νοτιά την περασιά.

Πως να ζηλέψει ένα “γιατί” το “δεν πειράζει”

και στην αναβροχιά ότι καλό και το χαλάζι
πως να ζηλέψει το φρέσκο χώμα αυτόν που σκάβει
κι ο βοριάς το αύτανδρο που βούλιαξε καράβι.
Τη λευτεριά όμως ζηλεύουνε οι σύνδουλοι

και κάθε αυθόρμητο οι μυστικοσύμβουλοι
τα όμορφα ζηλεύουν μόνο οι κακόφτιαχτοι
και την αβολεψιά μας οι σιδερόφραχτοι
Τι να ζηλέψει ο δουλευτής απ' τους σοφόμωρους

κι ο κοντινός σκοπός απ' τους απότερους
τι ζηλεύουν τα βάθια απ' τα ευκολοθύμητα
κι οι στίχοι της φωτιάς απ' τα μεγάλα ποιήματα.

Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε

απ' τους αβέβαιους και τους αμήχανους,

τη ξεφτίλα δε θα κανακέψουμε

τα σερνάμενα είναι για τους ανίκανους.

Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε

δεν υπάρχουμε σ' αυτή την μπορασιά

όσο αντέχουμε θα το παλέψουμε

κόντρα στου νοτιά την περασιά.

Τι να ζηλέψουν δυο θλιμμένα μάτια άδολα
από tattoo κρυμμένο εκεί στα πισωκάπουλα
τι να ζηλέψουν οι σπάνιοι απ' τους ολόφτυστους

κι οι κατασταλαγμένοι απ' τους ακαθόριστους

Τι να ζηλέψει μια ευχή απ' την παραμυθία

και τον χρησμό τον πλανερό απ' την Πυθεία;
Τι να ζηλέψει η γαλήνη απ' τη χαρμάνα

κι ο αυλός ο μαγικός απ' τη ροκάνα;

Καλά περνάω σου λέω και του λόγου μου

μοιράζω ακόμα απ’ το απόθεμα του χρόνου μου

πασχίζω να ονειρεύομαι, τραβολογιέμαι, καίγομαι

νέτα σκέτα την σκαπούλαρα και χαίρομαι.

Του κάθε συκοφάντη θέμα ήμουν και μέλημα,

στημένη φάρσα για όποιον τα βρήκε έτοιμα

το μόνο μου έγκλημα ξεστόμισα αβίαστα

ό,τι ξεσκέπαζε τ’ ασπούδαχτα κι αχρείαστα.

Έξτρα παράγραφος είμαι πριν το επικείμενο τέλος

αναπάντεχα ορεξάτος κι ενεργό ακόμα μέλος

και πριν τα σάλια σου χυθούν βρες μου παρόμοιο

με το Low Bap και θα του φτιάξω εγώ το εγκώμιο.

Άσβεστη δίψα μου κράτα τα μπόσικα στην ιστορία,

έκανε γκελ και κύκλο κι αυτή η συγκυρία

χωρίς την ξεφτίλα στιγμή να κανακέψουμε

δεν έχουμε ευτυχώς τίποτα να ζηλέψουμε.

2 Παραπόρτι
Lyrics

Δεν ξαναπλώνω χέρι στο γεμάτο μου ράφι

με κουράσανε οι ποιητίσκοι – στιχοράφοι

κι οι λιμαδόροι αριστερίσκοι της παλάντζας

το κηφηναριό της κωλορεβεράντζας.

Κι ούτε στων άφωνων θα σύρομαι τη περπατησιά

μα θα παραλογίζομαι απ' την αφοβησιά

ούτε στα όρτσα έρχομαι ούτε στα μπόντζα μπαίνω

μα από το παραπότι μου όταν βρωμάει βγαίνω.

Κι αφήνομαι στα όμορφα μεσόστρατα

κάθε αρεστό ορκοπάτη να σκιάζω απ' τα λασπώματα

της φωτιάς περαματάρης και λαοκατάρατος

γιατί είμαι ηλιογέννητος και σκοταδομεγάλωτος.

Πως να τη βγάλω λοιπόν στα στείρα κι άβαθα

του τόπου του θαμμένου στα λουλουδοκάλαθα.

Τον παράδεισο των ευημερούντων ομοκρέβατων

τη νέα κουστωδία των ουρανοκατέβατων.

Στον τόπο των νεόπτωχων και των μπαϊλντισμένων,

των μισοαγράμματων και περιφρονημένων

των καταγέλαστων, των φτωχοδιαβόλων

των μαγαρισμένων και των πρώτων ρόλων.

Λοιπόν σε τούτο το μυγόχεσμα όταν θα δεις πεφτάστρι

της ξεπεσούρας ξέχνα το ανεμογκάστρι

ντύσου αφέγγαρη νυχτιά και στη σιγαλιά την πρώτη

φύγε στα κλεφτά από το παραπόρτι.

Τόλμα το κι άνοιξε και τις παρλάτες
άστες εκεί στις κακότοπες στράτες
κι αν δεις το τέλος σου κλείστου το μάτι
μη σε χρεώσει και σένα ορκοπάτη.

Τόλμα το κι άνοιξε κι αν βρεις τη θλίψη
χάρισέ της με χάρα ό,τι σου λείψει
και στη σιγαλιά την πρώτη

φύγε κι εσύ απ’ το παραπόρτι.

Φέρνω δυο βόλτες το κλειδί στο παραπόρτι
σφιχτομαντάλωμα και χαροκόπι
χωρίς την άσκημη βουή και τη μουγγή τη νέκρα

αχρείαστο να κάνω την καρδιά μου πέτρα.
Απλό το έμπα κι η ομορφιά σκερτσόζα
σε υποδέχεται με τη σκαστή της πόζα

μη λιγωθείς απ' το μετάνιωμα και φύγεις
μαλαγανιά μ' αν ξέρεις θα την αποφύγεις.
Κι απ' το ίδιο μέρος με το φεύγα σκαρωμένο

αφήνεις το μετά σωρόκουβαρισμένο
και με βαθιά ανάσα κι όψη ανέμελη
σκαρώνω ιστορία μπόσικη ρέμπελη
φτερώνω τις λέξεις κι αν τις προσέξεις
θα βρεις κουράγιο από πίσω να τρέξεις

μα εγώ θα στέκω μακρυά και στο χρόνο τον προδότη
πείτε ότι βγήκα από το παραπόρτι.

3 Ο Μπαρμπα- Γιάννης κι η απολησμονιά
Lyrics

Στου μπάρμπα Γιάννη τη βεράντα μυρίζει γιασεμί

φέρμα κουβέντα στριφτάρι κι αβέρτα οι στοχασμοί.

Των ματιών το βούρκωμα θυμάμαι και τα γέλια,

τις μνήμες για σπουδαίους και για κενά βαρέλια.

Την βύθισή του στα μαύρα περασμένα

(τα για όλους ξεχασμένα) την 'εκανε για μένα

στα χαρτογραφημένα απ' τους αποθηριωμένους

με πήγε από μέρη λεύτερα τόπους ξεσφραγισμένους.

Πάμε Ακροναυπλία γι’ αρχή μ’ αψηφισιά

για κάποιους μοναξιώτες μ’ ένα φεγγίτη μοιρασιά.

Θυμάμαι από τη Θήβα έναν λεβέντη γιατρό

η «ΟΠΛΑ» του ‘χε τάξει να τον βρούνε μισερό.

Τον βρήκαν κρεμασμένο θα ‘βγαινε σε έναν μήνα

και κλέψαν το τεφτέρι του που θα δινε στον Στίνα.

Να σε πάω Ικαρία, Μακρόνησο ή Γιάρο

για τη σιωπή μου εκεί κάποιοι με λέγαν «Χάρο».

Δεν ήμουν στα κοπαδιαστά, στους κωλοπετσωμένους

ήμουνα ήδη στους νεκρούς τους κατασταλαγμένους.

Ξέρεις, απ’ τα κοπάδια κάποιους τους είδα υπουργούς,

κυβερνήτες πατεράδες και γυιούς.

Μα φτου στο διόλο, σκατά στο στόμα μου

στην ψυχή ο παραδαρμός κι όχι στο σώμα μου.

Εμάς, του «τίποτα» μας σκοτώναν με το γάντι

ή ύστερα απ’ το πετσόκομα μας δίναν πασαβάντι

και την στάμπα τους σε κάθε τρισκατάρατο,

γιατί η ιστορία στον τόπο αυτό είναι κατουροκάνατο

και αυτή που λες εσύ, μικρή κοσμογωνιά,

μια χαμηλοβλεπούσα είναι στην απολησμονιά.

Θα σου πω στα γρήγορα (πράγμα δυσκολοκάμωτο)

για κάθε προτάτο πλανερό και ατσαλάκωτο.

Το ΕΑΜ, τη Βάρκιζα, τα μαζεμένα «Yes»,

το κόμμα και την αποχή από τις εκλογές.

Τον Παπάγο, τον Πλαστήρα και τον βασιλιά,

τους αποστάτες και της Χούντας τη ληστοφωλιά,

το ΠΑΚ, την αντίσταση απ’ το παράνομο κόμμα

- οι εκλεκτοί στα Παρίσια κι οι άτυχοι στο χώμα.

Για το νόμιμο κόμμα, το δώρο του εθνάρχη,

την αλλαγή, το καθεστώς του όπως λάχει,

τους κοσκωτάδες και το ροζέ ’89

σερί πάει η γεννοβολιά μέχρι τούτη τη γενιά.

Θα ‘θελα να με ρώταγες ποιος σκότωσε τον Άρη,

ποιος έδωσε τον Ράπτη και τον Καστοριάδη,

ποιος τον Λαμπράκη σκότωσε και ποιος τον Παναγούλη,

ποιος κρυβόταν πίσω από το μάυρο κουκούλι.

Τίνος Ρέμβη ήτανε η χουντομορταρία

και ποιοι οι ανθρωποφύλακες στα κελιά τα κρύα.

Ποιοι λοιδωρούσαν τα παιδιά στο Χημείο

και ποιοι της λευτεριάς δεν περάσαν το πορθμείο.

Ρώτα με λεβέντη μου, μέρες να σου λέω,

γι’ άλλα θα βλέπεις να γελώ και γι’ άλλα ίσως να κλαίω.

Κοντεύω τα εκατό – μεγάλη σερμαγιά

μα έξω απ’ το μνημούρι μου η απολησμονιά.